Κόκκινο

Μάριος Αντωνίου- Δ΄ Τάξη

Δεν είναι τίποτα σχεδόν.

Είναι τόσο μικρό.

Κανείς δεν το βλέπει. Μόνο εγώ.

Δείχνω το μάγουλο του Μάρκου.

«Εσύ...εσύ έχεις κοκκινίσει...»

Κλείνω το μάτι στον Άρη.

Ο Άρης χαμογελάει με νόημα στον Μίκη.

Η Λίνα σκάει στα γέλια.

Ψιθυρίζουμε και τα μάγουλα του Μάρκου


γίνονται κατακόκκινα.

Σαν ντομάτα, σαν πιπεριά, σαν κεράσια.

«Άφησέ με ήσυχο», αναστενάζει ο Μάρκος.

Κανείς δεν μας σταματά.

«Δείξ' το μας άλλη μια φορά, έλα».

Είναι σαν να κάνουμε μαγικά.

Μια φορά να χτυπήσουμε το δάχτυλο

και το κεφάλι του Μάρκου γίνεται φάρος.

Με μάγουλα σαν φωτάκια που αναβοσβήνουν.

«Άφησέ με ήσυχο», αναστενάζει ο Μάρκος.

Ο Άρης γελάει και κάθε φορά ο Μάρκος

γίνεται όλο και πιο σιωπηλός.

Όλο και πιο

σιωπηλός.

Και τα γέλια

δυναμώνουν.

Αυτό δεν είναι πια αστείο.

Θέλω να σταματήσει.

Θέλω να σταματήσει ο Άρης αμέσως.

Ο Μάρκος, βασικά, είναι γλυκούλης...

...αλλά συνεχίζει. Ο Άρης γυρίζει θυμωμένος.

«Εσύ τι κοιτάς;» και δίνει μια σπρωξιά

στον Μάρκο. Ανασηκώνω τους ώμους μου

και δαγκώνω τα χείλη. Δε βγάζω μιλιά.

Τον φοβάμαι τον Άρη.

Ο Άρης έχει μια γλώσσα κοφτερή σαν

μαχαίρι. Και μια γροθιά δυνατή.

Δεν θέλω να πεθάνω. 

Δεν σταματάει ακόμη.

Ο Άρης έρχεται καταπάνω μου με φόρα.

«Εσύ», μουγκρίζει και με απειλεί. Και ο Μίκη.

«Θέλεις τίποτα;» ρωτάει η Λίνα.

«Είπες κάτι;» ρωτάει ο Μίκη.

Ο Άρης γυρνάει

και φεύγει.

Ο Άρης πρασινίζει από το κακό του.

Και το πράσινο είναι και αυτό ένα χρώμα.

Ο Μάρκος δείχνει τα μάγουλά του.

«Μερικές φορές κοκκινίζω...» λέει.

«Μα και ποιος... ποιος δεν κοκκινίζει;»

λέω τραυλίζοντας.

«Να παίξουμε μπάλα;» ρωτάει ο Μάρκος.

Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά.

Κοκκινίζω, τα μάγουλά μου καίνε.

Δίνω μια κλοτσιά στην μπάλα.

«Είδε κανείς τι έγινε;» ρωτάει τελικά

η δασκάλα. Να μιλήσω;Γιατί εγώ; Εγώ;

Μόνη απέναντι σε όλη την τάξη;

Όχι φυσικά. Δεν βγάλω μια δυνατή

στριγκλιά. Να χτυπήσω τη γροθιά μου.

Γιατί πρέπει να σταματήσει αυτό. Σιωπώ.

«Είδε κανείς τίποτα;» ξαναρωτάει η δασκάλα.

Και βελόνα να πέσει την ακούς.

Ο Άρης χαμογελάει με νόημα.

Εγώ ξεροκαταπίνω. Το στόμα μου μένει

ακίνητο, αλλά το χέρι μου θέλει να σηκωθεί.

Όχι, αυτό δεν το θέλω.

Δεν θέλω να πεθάνω.

Ξαφνικά σηκώνει το χέρι της η Λίνα.

«Κι εγώ το είδα» λέει. Ακολουθεί ο Μίκη

και ο Νίκος και ο Παύλος.

Τα χέρια σηκώνονται. Όλοι το είδαν.

Μιλάμε ασταμάτητα.

Παίρνω μια βαθιά ανάσα με ανακούφιση.

Είμαι ακόμα ζωντανή.

«KOKKINO» ή γιατί ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι αστείο -JanDeKinder, εκδ. Πατάκη(μετάφραση Τατιάνα Μαρκάκη).

Πρόσθετες πληροφορίες